«Η πύλη γκρεμίζεται»
Δεκάτη εβδόμη Νοέμβρη του '73, ώρα δευτέρα πρωινή. Βαδίζω αργά, βήμα το βήμα, προς του Πολυτεχνείου τη σιδερένια πύλη, νιώθοντας τους μυωνες στις γάμπες να τρέμουν· φοιτητές, δεξιά κι αριστερά, επί της Πατησίων, τρέχουν, ο ένας πίσω από τον άλλον. Τώρα, στέκομαι εμπρός του κιγκλιδώματος, πατώντας με τα πέλματα, πλακάτ και προκηρύξεις. Σηκώνω τους καρπούς μέχρι του μετώπου το ύψος, σφίγγω στις χούφτες δυο παράλληλα, κάθετα, κάγκελα, γέρνω ελαφρώς τον αυχένα, κι ακουμπώ την κεφαλή στα κυλινδρικά σίδερα, πιέζοντας δυνατά τους κροτάφους. Ο Σταμέλος, δέκα μετρά πιο κει, με τηλεβόα, φωνάζει ν' απομακρυνθούμε απ' την πύλη. [Κωνσταντίνος Λίχνος, από την έκδοση]